Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021

Φαντάσματα Ενός Μελλοντικού Κόσμου - Διήγημα πρώτη φορά δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα The Weird Side Daily

Το ανθρώπινο δράμα. Αυτό το σκοτεινό τέρας. Κάθε άνθρωπος εισάγεται στην διαφθορά αν θέλει να επιβιώσει. Κάποιοι, που παραμένουν κοιμισμένοι καθ’ όλη την ζωή τους, μιλούνε για αγάπη και αρμονία με τον δυνάστη. Ποτέ μου δεν τους κατάλαβα. Ένιωθα μια φυσική αποστροφή απέναντι στους πνευματικούς δούλους. Αυτούς που εκτιμώ και μνημονεύω είναι τους ανθρώπους που βούτηξαν με το μένος αετού μέσα στο σκοτάδι και βγήκαν από την άλλη πλευρά, λαμπεροί και λαβωμένοι. Αυτοί έζησαν. Οι άλλοι βρίσκονται σε άρνηση. Και ανάμεσα τους είμαστε εμείς. 

 

(Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην ιστοσελίδα: The Weird Side Daily)

Πρόβατο ή Ήρωας; Αυτό είναι το ερώτημα. Το ερώτημα που περνάει από το μυαλό κάθε ανθρώπου κάποια στιγμή στη ζωή του. Σε μένα, αυτό το ερώτημα εμφανίστηκε στους Φούρνους. Και δεν εμφανίστηκε τόσο ξεκάθαρα. Ήταν ένας υπαινιγμός, ένα κάλεσμα, ένα φως μέσα στο σκοτάδι που μου είπε πως ζω ένα ψέμα, το μέγεθος του οποίου δεν μπορούσα να φανταστώ ακόμη.

Μέχρι εκείνη την ημέρα νόμιζα πως ήμουν ξύπνιος, πως ήξερα τον κόσμο και πως είχα την μοίρα μου σφιχτά κρατημένη στο χέρια μου. Αν τα πέπλα σηκωθούν όμως, δεν υπάρχει επιστροφή. Τότε η φράση «ελευθερία ή θάνατος» δεν ακούγεται ρομαντική και ηρωική. Ακούγεται σαν τον ρόγχο του ετοιμοθάνατου σε πλαγιές ποτισμένες με αίμα και το βλέμμα του να θολώνει καθώς η ψυχή του επιστρέφει στον ουρανό, με μία λέξη να γλιστρά από στόμα του ξέπνοα: «Ελευθερία.»

Είτε πολεμάς για την ελευθερία, είτε πεθαίνεις για την ελευθερία. Σε κάθε περίπτωση η ελευθερία είναι δεδομένη. Το μόνο που αλλάζει είναι ο κόσμος. Προσμένω αυτή την μέρα όπου θα γνωρίσω την ειρήνη και την γαλήνη. Όσο όμως θα βρίσκομαι εδώ, θα πολεμώ. Προτιμώ το ξίφος και το αίμα από την παραίτηση σε αυτόν τον κόσμο. Πλέον το ξίφος είναι ο σύντροφος μου. Ο πόλεμος, η αλήθεια μου. Το αίμα, το νερό μου. Και η πένα;

Την αμέλησα την πένα για χρόνια. Αφοσιωμένος στον σκοπό, ταγμένος στο επέκεινα, σε μία νέα πραγματικότητα, το χέρι μου έμαθε να σκοτώνει και η καρδιά μου να θάβει τον πόνο. Ξέχασα την ποίηση, την ομορφιά, τον έρωτα. Ξέχασα την γυναίκα. Στο δρόμο μας για την ελευθερία, την ξεχάσαμε, και παντρευτήκαμε τον θάνατο. Δεν είμαστε πλέον άνθρωποι. Είμαστε φαντάσματα ενός μελλοντικού κόσμου.

Όσες άλλες επιλογές είχα, τις αρνήθηκα. Ο πόλεμος είναι εθιστικός. Δίνει μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, όπου κάθε μάχη κρύβει μέσα της το μυστήριο της θυσίας. Ζω για αυτές τις θυσίες, γιατί υπάρχει ένα όραμα πίσω από όλα τα αιματοβαμμένα πέπλα, ένας τόπος αναμορφωμένος όπου η έκσταση εμφανίζεται μέσα μου σαν τις λίμνες του Όρους των Μολοσσών. Για λίγες στιγμές ταξιδεύω εκεί, κλείνω τα μάτια μου και περπατώ στις όχθες βλέποντας την πρωινή άχλη, μυρίζοντας την υγρασία των φύλλων, ακούγοντας τον αργό παφλασμό και το αεράκι που αγκαλιάζει το σώμα μου. Οι αναμνήσεις μου έγιναν ο παράδεισος που επιθυμώ. Ταξιδεύω με επιθυμία σε αυτό που οραματίζομαι πως είναι η αιώνια ανάπαυση μου. Περιμένω αυτήν την μοναχικότητα που μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια, τότε που όλος μου ο κόσμος ήταν τα κίτρινα φύλλα στην όχθη και τα βατράχια που τραγουδούσαν άρρυθμα τον ερχομό του φθινοπώρου.

Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια και οι εμπειρίες μου έχουν αφήσει τις ουλές τους στην ψυχή μου. Πάνω μου όμως έχουν πέσει πολλά ρούχα. Ρούχα βαριά και φθαρμένα που κουβαλούν ψυχές ταλαιπωρημένες. Ο αγώνας για την ελευθερία έχει ένα τίμημα που λίγοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. Οι περισσότεροι μένουν μόνο στον δικό τους θάνατο. Στην αυτοθυσία τους. Δεν περιμένουν πως οι ζωντανοί κουβαλούν τον θάνατο των άλλων πάνω στην πλάτη τους. Αυτό που κάπως αλαφραίνει τα ρούχα μου, την καταδίκη μου όπως θέλω να σκέφτομαι, είναι πως ο εχθρός μας είναι κάτι περισσότερο από σιχαμερός. Εξακολουθούν όμως να είναι άνθρωποι. Δεν αντλώ ευχαρίστηση από τον πόνο που προκαλώ. Είναι όμως αναγκαίο για να φτάσουμε κοντύτερα στο όνειρο ενός νέου κόσμου, μίας νέας πραγματικότητας. Η επανάσταση δεν ήταν μόνο απαραίτητη. Ήταν αναμενόμενη. Προδιαγεγραμμένη. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μόνο μερικές σπίθες για να φουντώσει το πάθος.

Δεν το μετανιώνω. Ούτε κάποιος από τους συμμαχητές μου. Όσοι από εμάς στεκόμαστε ακόμη με το όπλο στο χέρι, έχουμε αποδεχτεί αυτά τα βαριά ρούχα πάνω μας, που θα μας συντροφεύσουν στο νεκροκρέβατο μας. Ίσως για αυτό τους βλέπω όλους τόσο πρόθυμους να ξεχυθούν στην μάχη. Κάθε σύγκρουση είναι φλερτ με τον προσδοκώμενο θάνατο και την λύτρωση. Εκεί γινόμαστε κάτι περισσότερο από πολεμιστές, γιατί είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε τον εαυτό μας και κάθε φορά αναδυόμαστε ξαναγεννημένοι.

Πολλοί υποστηρίζουν το αντίθετο. Λένε πως ο δρόμος της υπακοής είναι ο μόνος δρόμος, καταδικάζοντας παράλληλα τους αδύναμους και τους άβουλους σε αιώνια βάσανα. Επίσης λένε πως η εξουσία διαφθείρει. Εγώ μπορώ να σας πω πως κάθε πράξη, κάθε συμμετοχή στον κόσμο διαφθείρει. Κάθε μας βήμα μας οδηγεί όλο και πιο βαθιά μέσα στον βάλτο της αβύσσου και των ψυχικών βασάνων, αν δεν διατηρούμε καθαρό το βλέμμα μας και την αγάπη μας για την ελευθερία του συνανθρώπου μας.

Υπάρχει το όραμα. Είναι ακόμα εκεί. Το βλέπω. Για αυτό συνεχίζω. Μετά από τόσο πόνο παραμένει αλώβητο και υπάρχει μόνο μία εξήγηση. Είμαστε έκπτωτα πνεύματα ενός άλλου, αιθέριου κόσμου. Είμαστε τα παιδιά μια αρχαίας μνήμης. Ίσως να είναι και μια άχρονη μνήμη, μία ανάμνηση αιώνια, που μας καλεί να επιστρέψουμε στον τόπο της καταγωγής μας, στην αρχική μας φύση, στην ελευθερία πέρα από τους νόμους του ανθρώπου.

Ίσως αυτό το μέρος να είναι το αιώνιο κενό. Το τίποτα. Ο Θεός που μπολιάζει τις φωτιές της δημιουργίας και εμείς τον αρνηθήκαμε για έναν κόσμο φθαρτό και σκληρό, γεμάτο αδικία, ανισότητες, ψεύδη, υποκρισία γιατί θέλαμε να γίνουμε θεοί στη θέση Του. Δεν μου αρέσει αυτός ο κόσμος. Ποτέ δεν μου άρεσε. Για αυτό σήκωσα το ξίφος. Δεν επιδιώκω την ειρήνη. Επιδιώκω την αναδημιουργία.

Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα πως η ειρήνη δεν βρίσκεται εδώ, παρόλη την ομορφιά αυτού του τόπου.  Το λαγκάδι των Ελαίων, όπως αγκαλιάζεται από το Οροπέδιο των μυθικών Μολοσσών και τις θάλασσες των Διαμαντένιων Κοραλλιών, έχει ομορφιά ξακουστή που περνάει πέρα από τις μεγάλες θάλασσες και ξεπερνά το μεγάλο Όρος του Θεού, τον Άασχο και φτάνει μέχρι τους τόπους όπου τα λαγκάδια τρέφονται με λασπωμένα ποτάμια και τα άλογα είναι χοντρά και ψηλά. Δεν είναι τυχαίο που από εμάς περνάνε όλοι οι εμπορικοί δρόμοι σαν ακτίνες που συγκεντρώνονται στον ήλιο.

Ο δικό μας ήλιος είναι η πρωτεύουσα των Ελαίων, το κέντρο του γνωστού κόσμου, η Αρετή. Εκεί έζησα και μεγάλωσα. Εκεί σπούδασα και ερωτεύτηκα. Εκεί ξύπνησα και μεταμορφώθηκα σε αυτό που είμαι τώρα. Κοιτώντας πίσω θα έλεγα πως δεν θα μπορούσα να φανταστώ αυτήν την μοίρα. Κανείς δεν θα μπορούσε. Μόνον ο Αγέννητος. Γιατί ξέρει τι κρύβουμε μέσα μας, ακόμη και αν εμείς δεν το ξέρουμε.

Δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω τη φλόγα που γεννήθηκε μέσα μου όταν είδα τον αληθινό κόσμο κατά την μύηση μου στα μυστήρια της Ιερής Νύχτας. Δεν θα μπορούσα να περιμένω την σύγχυση μου και την ελπίδα που φούντωσε μέσα μου την μέρα που γνώρισα τους Μολοσσούς στους Φούρνους, όταν μέχρι τότε πίστευα πως είχαν εξαφανιστεί.

Δεν ήμουν έξυπνος άνθρωπος. Ήμουν ένα τυφλό πιόνι στις φιλοδοξίες υποκριτών και εκμεταλλευτών που πότισαν με ψέματα όλοι μας την ύπαρξη. Πιστέψτε με σε αυτό που λέω, γιατί μπορεί μια μέρα να είστε στην θέση μου. Δεν είναι απλώς κάποια ψέματα μέσα στην αλήθεια. Δεν είναι απλώς κηλίδες διαφθοράς σε μία διάφανη λίμνη. Όλα είναι ψέματα. Η πραγματικότητα μας δεν είναι πραγματικότητα, αλλά ένα κατευθυνόμενο θέατρο. Και αν το δείτε. Αν δείτε πίσω από το παραπέτασμα, θα μεταμορφωθείτε σε όντα μίας άλλης πραγματικότητας. Θα πιείτε από τις πηγές της αληθινής ζωής στις κορυφές Του Άασχου και θα γνωρίσετε όλους του ξεχασμένους θεούς. Μα πιο πολύ από όλα, θα γνωρίσετε Αυτόν. Και όταν Τον γνωρίσετε, δεν θα σηκώσετε απλώς το ξίφος. Θα γίνετε εσείς οι ίδιοι ξίφη και θα κόβετε το ψέμα με την πνοή σας.

Οι φωτιές καίνε ακόμη στην κορυφή Του Άασχου και περιμένουν την επιστροφή των Ιπποτών της Ιερής Νύχτας. Κρατώ το έμβλημα στο χέρι μου και το έχω πυρωμένο στο στήθος μου. Τον βλέπω να απλώνει τη θωριά Του στα λαγκάδια που αγκαλιάζουν την Αρετή και τους συμμαχητές μου, τους αδελφούς μου, να ξεχύνονται μέσα από τους ίσκιους Του σαν φωτισμένοι άγγελοι, ντυμένοι την λευκή αρματωσιά μας και την ρομφαία να υψώνεται στα χέρια τους. Και αυτή την ιαχή. Ποιος την άκουσε και δεν ένιωσε αληθινό τρόμο;

Η μέρα όπου θα υψωθεί το λάβαρο μας πάνω από τον Οίκο των Αρίστων πλησιάζει, αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη μέρα, εμείς προετοιμάζουμε την ψυχή μας για τον αιώνιο ύπνο της. Τώρα που γράφω αυτά, που όπως φαίνεται θα πάρουν την μορφή απομνημονευμάτων, με περιμένουν να φύγουμε για την τελευταία μάχη. Το τέλος αυτής θα σημάνει και το τέλος αυτού του δίκαιου πολέμου εναντίον των δυνάμεων της καταπίεσης και της αδικίας, εναντίον αυτών των πουλημένων ψυχών, που προτίμησαν να γίνουν είδωλα και να θυσιάσουν τους αδύναμους, για να ζήσουν αυτοί. Πρόδωσαν Τον Άασχο και πρόδωσαν και τον λαό Του.

Αλλά η καταδίκη τους θα δείξει το δρόμο της επιστροφής προς το φως που κάποτε πρέσβευε η χώρα μας. Ο βούρκος των Ελαίων θα γίνει και πάλι το φως των Ελαίων, θα γίνει το κέντρο των πολιτισμών και της οικονομίας και η ταυτότητα μας θα σταματήσει να χρησιμοποιείται ως προσβολή. Θα γίνουμε πάλι οι γιοι των θεών και οι μητέρες μας θα σταματήσουν να κλαίνε στους Καταρράκτες Των Τεφρών.

Μέχρι τότε όμως έχουμε πολλή δρόμο. Ακόμη δεν ήρθε η στιγμή για τους υπόλοιπους αλλά εγώ το σκέφτομαι ήδη. Τι θα συμβεί μετά; Με ανησυχεί το μετά. Τα αδέλφια μου μπορεί να πιστεύουν ότι με την ενδεχόμενη νίκη θα τελειώσει ο πόλεμος και θα επιστρέψουν στην παλιά τους ζωή, στις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που τώρα πρέπει να έχουν μεγαλώσει. Μα το τέλος αυτού του πολέμου είναι η αρχή ένας άλλου, ακόμη πιο δύσκολου, όπου τα όπλα μας θα αντικατασταθούν και η περιβολή μας θα μεταμορφωθεί από μεταλλική σε υφασμάτινη. Για αυτό έπιασα την πένα πάλι. Πρέπει να γυμνάσω την γλώσσα μου, γιατί σύντομα θα γίνει το νέο μου όπλο.

Γνωρίζω την μοίρα μου. Μου φανερώθηκε εκείνη την νύχτα στην κορυφή Του Άασχου, στον ξεχασμένο Ναό Του, όπου πάνω από την κεντρική Του πύλη έχει μία πλάκα μαρμάρινη που γράφει απλώς τη λέξη Αγέννητος. Τότε Τον γνώρισα, Αυτόν που όνομα δεν έχει, και μου έδειξε τι θα κάνω, με ποιους και πότε. Είδα ένα όραμα που ήταν τόσο έντονο, τόσο ζωντανό, που από τότε το βλέπω κάθε πρωί, στις λίγες στιγμές που αιωρούμαι στους τόπους μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών, μεταξύ ύλης και πνεύματος, προτού ξυπνήσω. Το έχω δει τόσες φορές που γνωρίζω κάθε λεπτομέρεια του.

Τώρα μας βλέπω να ορμούμε σαν τα πουλιά της νύχτας μέσα στην Αρετή και να ανεβαίνουμε τα σκαλιά του Οίκου των Αρίστων. Τους βλέπω να ζητούν έλεος πεσμένοι στα γόνατα, όταν μέχρι πριν από λίγες ώρες μας αποκαλούσαν προδότες. Τους βλέπω να δικάζονται και να καταδικάζονται, όχι γιατί μου αρέσει, αλλά γιατί πρέπει. Θα προτιμούσα να δικάζονταν από το ξίφος μου, με ταχύτητα και απλότητα. Το όραμα όμως υπαγορεύει ένα νέο μέλλον, όπου είναι χτισμένο πάνω στην επίσημη καταδίκη τους. Τα ονόματα τους θα αμαυρωθούν στην ιστορία και θα γίνουν υποτιμητικά επίθετα που τα παιδιά πετούν το ένα στο άλλο όταν τσακώνονται. Η ιστορία θα είναι σκληρή μαζί τους και ο κόσμος θα τους συνδέσει με την πνευματική ένδεια, την παρακμή και την κεκαλυμμένη βαρβαρότητα.

Η νέα εποχή που έρχεται δεν θα βαφτιστεί με αίμα, αλλά με νερό από τις πηγές των Καταρρακτών των Τεφρών, με τις γυναίκες να οδηγούν τα καραβάνια στο Όρος των Μολοσσών, ακολουθώντας το μονοπάτι που άνοιξαν οι αληθινοί πατέρες του πολιτισμού μας όταν κατέβηκαν στο λαγκάδι των Ελαίων, φέρνοντας μια χαμένη παράδοση. Μία παράδοση που δεν είναι απλώς ξεχασμένη, αλλά ηθελημένα σβησμένη από την ιστορία μας.

Υπήρχε μια εποχή που ζούσα σαν όλους τους υπόλοιπους, έχοντας άγνοια του παιχνιδιού που παιζόταν στις πλάτες μας. Ήταν μια εποχή όπου οι λέξεις Μολοσσός και Άασχος ήταν μυθολογικά σκευάσματα, ιστορίες για παιδιά, παιχνίδια της φαντασίας όπως μας διδάσκανε, κόβοντας έτσι τον ομφάλιο λώρο μας με την αλήθεια, κάνοντας μας δούλους σε μία κατασκευασμένη πραγματικότητα.  Μέχρι πότε όμως μπορεί η αλήθεια να μένει κρυμμένη; Αν κάτι αληθεύει, τότε θα εμφανιστεί κάποια στιγμή. Είτε απαλά, σαν αεράκι ανοιξιάτικο, είτε σαν έκρηξη ηφαιστείου.

Κάθε ηφαίστειο όμως δείχνει σημάδια για τις μελλοντικές του πράξεις. Και αυτά τα σημάδια ήταν βαθιά κρυμμένα μέσα μου. Ήταν μια διαίσθηση, μια ανησυχία που μου έδειχνε με μικρές ενδείξεις πως κάτι είναι στραβό με τον κόσμο. Ζούσα κάθε μέρα της ζωής μου κουβαλώντας μέσα μου αυτήν την καυτή πέτρα που με κρατούσε άυπνο τα βράδια, να ψάχνω σε βιβλία και μέσα στην ψυχή μου για μια άλλη ζωή που ήμουν βέβαιος πως υπάρχει. Μια ζωή γεμάτη νόημα, όπου η ταυτότητα μου δεν είναι δημιούργημα ενός κόσμου που με απέρριψε με την βαναυσότητα του. Έψαχνα για την ελευθερία προτού ακόμη μου γίνει ελπίδα, όραμα, βίωμα και σύντομα, πραγματικότητα.

Όλα ξεκίνησαν στους Φούρνους και πιο συγκεκριμένα, σε αυτό το περίεργο μέρος που εξυπηρετούσε μία ακατανόητη λειτουργία, ακόμη και σε εμάς που δουλεύαμε εκεί. Ήταν τέτοια η δομή του, τόσο ως κτίριο, αλλά και ως διοίκηση, ώστε τα διάφορα τμήματα συνεργάζονταν χωρίς ουσιαστικά να ξέρουν το αντικείμενο. Το μόνο που γνωρίζαμε είναι ότι η Υπηρεσία Μελλοντικής Ενέργειας στήθηκε εν μία νυκτί ανάμεσα στα ορυχεία. Οι επικρατέστερες φήμες μιλούσαν για εξωγήινους ή για συνομωσία της αριστοκρατίας εναντίον του λαού της. Εγώ από την άλλη πίστευα στην ενέργεια και στις προσπάθειες που γίνονταν για να λύσουμε τα προβλήματα φωτισμού, κλίματος και κίνησης. Ήταν άλλωστε και το αντικείμενο τον σπουδών μου στο πανεπιστήμιο της Αρετής.

Τους Φούρνους τους γνώρισα γκρίζους και σχεδόν νεκρούς από πολιτισμική ζωή. Ήταν κάποτε ξακουστοί για την ομορφιά των λόφων που τους αγκαλιάζουν και για τα ψηλά δάση που ήταν το σύνορο μας με το κρύο Βορρά, για το όμορφο κέντρο που τιμούσε την μεγαλειώδη αρχιτεκτονική του παρελθόντος μας, αναμεμιγμένο με το μελλοντολογικό όραμα των Ελαίων ως μία κοινότητα όπου η τεχνολογία έχει ανυψώσει τον άνθρωπο πέρα από τους περιορισμούς της φύσης. Κοσμούνται ακόμη από μνημειώδη κτίρια, όπως η Βιβλιοθήκη του Φωτός και η Γέφυρα των Ψυχών που ένωσε τα δύο τμήματα της πόλης, τους Άνω Φούρνους και τους Κάτω Φούρνους. Είχαν χτιστεί γύρω από τον ποταμό Ήλαιον, το νερό του οποίου πηγάζει από τον Άασχο, περνά από τους Καταρράκτες των Τεφρών, τους Φούρνους, την Αρετή και άλλες μικρές πόλεις και κοινότητες, θρέφει τα λαγκάδια μας και ποτίζει τους ανθρώπους και τα ζώα μας, μέχρι που καταλήγει στο θάλασσα των Διαμαντένιων Κοραλλιών. Ήταν ξακουστό εμπορικό και οικονομικό κέντρο, με πολυπολιτισμική χροιά, καθώς ταξιδιώτες και έμποροι από όλη την Ηώ περνούσαν από εκεί. Μέχρι που ανακάλυψαν την αξιοθαύμαστη ενεργειακή αξία της Φοσμηλίνης. Τότε άλλαξε το πρόσωπο της πόλης, αλλά και του πολιτισμού μας.

Τώρα οι Φούρνοι είναι γκρίζοι, καλυμμένοι από τόνους στάχτη που βγαίνουν από γιγαντιαία φουγάρα. Τα ορυχεία Φοσμηλίνης βυθίζονται στα έγκατα των λόφων που κάποτε κοσμούσαν την πατρίδα μας σαν κορώνα. Τούτοι οι λόφοι είναι ακόμη γεμάτοι με κοιτάσματα από αυτό το σπάνιο ορυκτό, που η καύση του παρήγαγε ενέργεια όπως κανένα άλλο ορυκτό που γνωρίζαμε, αλλά ταυτόχρονα, η εύθραυστη φύση του ήταν που το έκανε και το κατάλληλο λίπασμα για τα υπέροχα δάση που είχαμε κάποτε. Όταν έμαθα αυτό το διττό χάρισμα της Φοσμηλίνης, κατάλαβα και την διττή φύση των ανθρώπων. Αυτό που κάποτε ήταν η κορώνα και σημαία των Ελαίων, τα πυκνά δάση που έντυναν τους λόφους και αγκάλιαζαν περιμετρικά το Οροπέδιο των Μολοσσών, όπως μία κάπα αγκαλιάζει τους ώμους ενός βασιλιά, μετατράπηκε σε μία σταχτή κουβέρτα που έπνιγε κάθε ζωή. Ένα χάρισμα που είχε μετατραπεί σε κατάρα, όταν οι ταγοί κατέληξαν να ρουφούν την ζωή των ανθρώπων που θα έπρεπε να βοηθούν ώστε να ευημερούν.

Καθημερινά έβλεπα την ασχήμια των Φούρνων καθώς ανηφόριζα προς την Υπηρεσία Μελλοντικής Ενέργειας από την Γέφυρα των Ψυχών. Κατέβαινα σε μια από τις στάσεις στα ριζά των λόφων, ανάμεσα στα πρώτα ορυχεία που ανοίχτηκαν και ύψωνα το κεφάλι μου με την ελπίδα να δω, πέρα και πάνω από τους σκαμμένους λόφους, τα υψίπεδα του όρους των Μολοσσών. Κάποιες φορές, όταν τα νέφη τα είχε παρασύρει ο αέρας, έβλεπα ακόμη και τον μοναχικό Άασχο να μας κοιτά από ψηλά. Από τότε ακόμη Τον ένιωθα να με καλεί να Τον γνωρίσω, χωρίς όμως να μπορώ να διακρίνω και να κάνω κάποια βήματα προς την σωστή κατεύθυνση.

Μέχρι εκείνη την κρύα μέρα της άνοιξης που είδα στα χέρια ενός συνεργάτη ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν για να μπω στο μονοπάτι που με έφερε εδώ. Δεν τον γνώριζα προσωπικά, ούτε γνώριζα σε ποιο τμήμα της εταιρίας δούλευε, αλλά τον έβλεπα καθημερινά στο τηλεόχημα και ανταλλάζαμε μια καλημέρα ή ένα νεύμα αναγνώρισης. Στα χέρια του κρατούσε ένα φάκελο, όπως κάθε μέρα, μόνο που αυτή την φορά ένα έγγραφο ξεχώριζε. Θυμάμαι ακόμη τι έγραφε μιας και το έχω αποτυπώσει στη μνήμη μου.

Μυθοτεχνολογία και Ενέργεια.

Έρευνα στην φύση και στην χρήση της μαγείας από τους Μολοσσούς.

Ακριβώς από κάτω είχε ένα σύμβολο. Ένας αετός με ανοιχτά φτερά κρατούσε στα πόδια του ένα φίδι που είχε καταπιεί την ουρά του.

 Ο συνάδελφος μου τότε έσυρε με το δάχτυλο του ένα μικρό χαρτί κρυμμένο μέσα στο φάκελο, το οποίο έγραφε:

Ορυχείο Ζ3, 12:00π.μ.

Έπειτα τα έβαλε πάλι μέσα στο φάκελο και συνέχισε να κοιτάει έξω σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Το μυαλό μου ήταν ανάστατο. Προσπαθούσα να ερμηνεύσω και να καταλάβω. Μυθοτεχνολογία. Αυτή η λέξη μου είχε καρφωθεί στο μυαλό μέχρι την ώρα της συνάντησης. Στεκόμουν ενθουσιασμένος κοντά στην είσοδο του ορυχείου Ζ3 αποφεύγοντας τα αδιάκριτα βλέμματα. Ένα ζεστό συναίσθημα είχε γεμίσει το σώμα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε γεμάτη ζωντάνια και ενθουσιασμό.

«Σε ψάχναμε Πρωτέα.» ακούστηκε μια φωνή μέσα στο σκοτάδι. «Το ξέρω ότι το νιώθεις και εσύ. Μια φωτιά μέσα σου σε καίει. Σου βασανίζει την ψυχή. Όλοι μας το νιώθουμε.» Η φωνή ακουγόταν ψηφιοποιημένη. «Κάτι δεν πάει καλά στη ζωή μας. Κάτι είναι πολύ στραβό. Κακό. Οι άνθρωποι είναι παραπλανημένοι. Κοιμισμένοι. Χωρίς ταυτότητα. Πειθήνια καταναλώνονται στις μηχανές της διαφθοράς. Αλλά υπάρχει ελπίδα.» συνέχισε κρυπτικά. «Οι φωτιές καίνε ακόμα στις κορυφή του Άασχου και περιμένει την επιστροφή αυτών που η καρδιά τους καίει για την αλήθεια.» είπε. «Τώρα όμως μένει μία απόφαση για σένα Πρωτέα. Ένας δρόμος. Θέλεις να γνωρίσεις την αλήθεια;»

 

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Ο Χαμένος Άνθρωπος - Διήγημα πρώτη φορά δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα nyctophilia.gr

Η Ευαγγελία κρατούσε στα χέρια της την αρχαία επιγραφή. Ήταν μία κυκλική πλάκα που είχε χαραγμένα αυλάκια σε σπείρες και σύμβολα που έμοιαζαν με γράμματα. Η γλώσσα όμως της ήταν άγνωστη. Κάποτε ήταν χρωματισμένη. Τώρα έχει μείνει μόνο το κόκκινο το κερατόλιθου. Η υπόθεση που είχε κάνει ήταν πως απεικονίζει τον κόσμο. Ή, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονες λέξεις, το σύμπαν.  
Αυτό που της έκανε εντύπωση στην αρχή της ακαδημαϊκής της καριέρας ήταν πως ενώ οι λέξεις μπορούν να ζήσουν αιώνες και να περάσουν μέσα από την ιστορία σχεδόν αλώβητες, η έννοια πίσω από αυτές αρκετές φορές αλλάζει. Έτσι η λέξη ‘κόσμος’ μετέφερε μία πολύ μεγάλη έννοια, που περιείχε μέσα της τα μυστήρια της ύπαρξης, από την δημιουργία μέχρι και το τέλος, έχοντας τον άνθρωπο εντός αυτού. Τώρα η ίδια λέξη μεταφέρει κάτι πιο υλικό, που τα μυστήρια του αποκαλύπτονται από τις επιστήμες. 
Η ίδια ήταν επιστήμονας, αν και πολλές φορές ένιωθε πως ήταν κάτι περισσότερο. Οι δυνάμεις που ζούσαν μέσα της, την οδηγούσαν σε αναζητήσεις έξω από το πεδίο της λογικής. Είχε πλέον την πεποίθηση πως οι θρησκευόμενοι άνθρωποι αρχαίων εποχών, παρόλο που ήταν δεισιδαίμονες και είχαν παραξενιές που εμείς δύσκολα θα μπορούσαμε να ανεχτούμε, ζούσαν σε έναν κόσμο όπου κάθε τι ορατό και μη ορατό είχε κάποια θεϊκή καταγωγή, είτε αυτή ήταν χθόνια, είτε ουράνια. Εκ πρώτης όψεως δεν προκαλεί κάποια εντύπωση. Αλλά αν κάποιος προσπαθήσει να μπει στην θέση ενός αρχαίου ανθρώπου θα έπρεπε ταυτόχρονα να δεχτεί και να πιστέψει την κοσμολογία της εποχής και του εκάστοτε πολιτισμού. Με άλλα λόγια, δεν πίστευαν πως υπάρχουν θεοί. Υπήρχαν θεοί. Και μάλιστα υπήρχαν πριν τον άνθρωπο. Εμείς ήρθαμε να ζήσουμε στον κόσμο τους. Τώρα, ο σύγχρονος άνθρωπος τους έχει αποκαθηλώσει και έχει κάτσει στον θρόνο τους. 
Αυτό ήταν το μυστήριο που την ταλάνιζε. Ο δίσκος απεικόνιζε σε σπειροειδή μορφή μία ακολουθία γεγονότων, από την Αρχή μέχρι το Τέλος, όπως είχε υποθέσει η ίδια. Σταδιακά άρχισε να αποκαλύπτεται μέσα στο μυαλό της, όπως όταν βλέπουμε το σκοτάδι να χάνεται από το φως του ήλιου που ανατέλλει πίσω από βουνά και σύννεφα, πως το κλειδί για το μυστήριο ήταν η γλώσσα. Όχι κάποια συγκεκριμένη γλώσσα, αλλά η μία, ενιαία, πρώτη, πανανθρώπινη Γλώσσα. 
Τα τελευταία πέντε χρόνια, έπειτα από μία έκλαμψη που είχε καθώς μελετούσε την Γραμμική Β’ στο γραφείο της, είχε αφοσιωθεί στην αναζήτηση της καταγωγής της γλώσσας. Πίστευε, σχεδόν σε βαθμό που έκανε τους συναδέλφους της να χάνουν την ψυχραιμία τους με την άκαμπτη στάση της, πως η Γλώσσα δημιούργησε τον κόσμο. Και δεν ήταν μόνο αυτό. 
Η θεωρία της είχε προκαλέσει εντύπωση, κυρίως αρνητική, στους κύκλους των αρχαιολόγων και γλωσσολόγων. Σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στο  χορό της έχθρας είχαν μπει και οι διανοούμενοι στον ευρύτερο κύκλο της. Ήταν άλλωστε αιρετική θεωρία και ταυτόχρονα επικίνδυνη, γιατί έθετε το παιχνίδι της ύπαρξης σε μη επιστημονικές βάσεις. Τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονταν οι περισσότεροι. Η ίδια δεν έβλεπε κάποια σύγκρουση μεταξύ της θεωρίας της και των αξιωμάτων των επιστημών. Άλλωστε δίχως γλώσσα δεν θα υπήρχαν επιστήμες. 
Αυτό που δεν γνώριζε κανένας όμως ήταν πως την θεωρία συνέχισε να την αναπτύσσει μέσα στα χρόνια, χωρίς να αποκαλύπτει σημαντικά στοιχεία. Καθώς έπρεπε να δικαιολογεί την ύπαρξη της στο ερευνητικό του τμήματος αρχαιολογίας, κάθε τόσο κατέθετε εργασίες. Φρόντισε όμως πάντοτε, πολλές φορές σε βάρος την έρευνας της, να δομεί κάθε εργασία της με τέτοιο τρόπο ώστε τα στοιχεία που έδινε να ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν χωρίς να εκθέτει την καρδιά της θεωρίας της, καθώς και την ίδια της την καρδιά στην εχθρότητα των άλλων. 
Με στωικότητα και βεβαιότητα αγίου, δεχόταν την σκωπτικότητα των συναδέλφων της, χωρίς ποτέ να κάνει βήμα πίσω. Η φήμη της είχε αρχίσει να φθείρεται, παρόλο που ο επαγγελματισμός της ήταν άρτιος και η συμπεριφορά της ευγενική απέναντι σε όλους. «Είναι πολύ σημαντικό για να το επιτρέψω να χαθεί.» έλεγε στον εαυτό της και συνέχιζε να μελετά, να αναπτύσσει την θεωρία της και να δέχεται κριτική, παρόλο που ήταν πεπεισμένη πλέον πως κανείς τους δεν νοιάζεται για την αλήθεια. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που νοιαζόταν αυτή. 
Ένιωθε έξαψη. Ένα συναίσθημα ότι πλησιάζει σε κάτι μεγάλο, που ξεφεύγει από τις συμβατικές αντιλήψεις. Ένα συναίσθημα που είχε νιώσει πρώτη φορά μικρή, στον ενθουσιασμό της εξερεύνησης έξω από τα όρια του χωριού της, και αυτή η έξαψη ήταν η μόνη απάντηση στην σκεπτικότητα και τον χλευασμό που συναντούσε. Η εμμονή της και η βεβαιότητα της ότι θα πετύχει, έκρυβαν μέσα τους αυτό το μικρό κορίτσι που κοιτούσε το άγνωστο με ένα σκαλισμένο ξύλο στο χέρι και όδευε προς αυτό, όπως τα παιδιά που θέλουν να αρνηθούν την ασφάλεια της μητέρας και να χαθούν μέσα στο άγνωστο. Έτσι χτίζονται οι προσωπικότητες.  
Σήκωσε τα μάτια της από τον δίσκο και κοίταξε την κυκλική υποδοχή στην ανάγλυφη τοιχογραφία που κοσμούσε το εσωτερικό ενός μικρού σπηλαίου κοντά στο Κωρύκειο Άντρο. Τον φόρεσε στην υποδοχή και απομάκρυνε τα χέρια της περιμένοντας κάτι μαγικό να συμβεί. Τίποτα τέτοιο όμως δεν συνέβη. Αυτό που είδε όμως ήταν πως ο κύκλος ήταν ένα κομμάτι από ένα μεγαλύτερο σύνολο. 
Εκτίμησε πως η τοιχογραφία φτιάχτηκε πριν τα Ομηρικά χρόνια. Ίσως να ήταν ο θεμέλιος λίθος που οδήγησε στην ίδρυση του Μαντείου των Δελφών, την εποχή πριν από την έλευση των Ολύμπιων Θεών. 
Η Ευαγγελία έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε με θαυμασμό και δέος την τοιχογραφία. Μία θεότητα με μαύρα φτερά αιωρούνταν και στα χέρια της είχε τον Δίσκο. «Νυξ.» είπε με βεβαιότητα. «Ώστε αυτός είναι ο Δίσκος σου.» έκανε ακόμη ένα βήμα για να δει καλύτερα. 
Κάτω από την Νύκτα, ο Κρόνος στο ένα του γόνατο είχε τα χέρια του ανοιχτά προς τα επάνω και περίμενε να του δοθεί κάτι. «Ο Δίσκος. Παρέδωσε τον κόσμο στον Κρόνο.» Περιεργάστηκε την μορφή του. Έδειχνε νέος, προτού ακόμη αποκτήσει κοσμική δύναμη. Αν ίσχυε αυτό που έβλεπε, έδινε μια διαφορετική τροπή στο μύθο. 
Ακούμπησε τα δάχτυλα της στην περιφέρεια του Δίσκου. Είχε δημιουργηθεί εκ προθέσεως ως αποσπώμενο κομμάτι. Ήταν λαξευμένος κερατόλιθος με τα σημάδια της δουλειάς να φαίνονται ακόμη. Αν εξαιρέσουμε ένα πολύ μικρό κομμάτι που έφυγε από την περιφέρεια, ήταν σε απροσδόκητα καλή κατάσταση. Αλλά ακόμη δεν είχε καταλάβει το σκοπό του. «Ίσως τον κυκλοφορούσαν όταν είχαν λατρευτικές τελετές.» είπε. Αριστερά στην τοιχογραφία και πίσω από τον Κρόνο φαίνονταν όλοι οι Τιτάνες και από πάνω τους είχε έναν θόλο με σκαλισμένα άστρα και τον Ήλιο στην άκρη του. «Ο Ουρανός.» είπε. 
Κοίταξε τον βραχώδη θόλο από πάνω της. Πρέπει να έφτανε κοντά στα τρία μέτρα. Αν δεν είχε τόση υγρασία, θα ένιωθε άνετα. Μικροί σταλακτίτες κρέμονταν. Μια μικρή οπή άφηνε λιγοστό φως να περάσει. Ίσως κάποιο λεπτό, μια συγκεκριμένη μέρα τον χρόνο, να περνούσαν ακτίνες του ήλιου από εκεί και να φώτιζαν το έδαφος δημιουργώντας ένα λεπτό, φωτεινό δόρυ. 
Πλησίασε στην τοιχογραφία και αφαίρεσε τον δίσκο, έχοντας πλέον μια πλήρη εικόνα, όπου ο κόσμος, ο κόσμος μας, ήταν ένα μικρό κομμάτι της Δημιουργίας και μάλιστα είχε παραδοθεί ως δώρο. Αυτή ήταν η αρχική της υπόθεση. 
«Ίσως.» είπε η Λία και έφερε τον δίσκο κοντά της και ξεκίνησε να τον μελετάει πάλι. 
Παρόλο που πίστευε πως ο Δίσκος έδειχνε τον κόσμο, δεν είχε πάνω του σκαλισμένες εικόνες, ή αναπαραστάσεις, αλλά σύμβολα που ήταν γράμματα. Αυτό που της είχε κάνει εντύπωση βέβαια ήταν πως τα γράμματα έμοιαζαν να προέρχονται από ένα προχωρημένο πολιτισμό, πιο κοντά στις σύγχρονες γλώσσες παρά στον συμβολισμό της Γραμμικής Β’. 
Αν η υπόθεση της πως η Γλώσσα δημιούργησε τον Κόσμο ήταν σωστή, τότε η Νύκτα παρέδωσε την Γλώσσα στον Κρόνο και αυτός χρησιμοποίησε την Γλώσσα για να κυβερνήσει τους θεούς και τον άνθρωπο. 
«Ίσως ο δίσκος να ήταν αποσπώμενος για να δείξουν την πάλη του ανθρώπου να απελευθερωθεί από την τυραννία του Κρόνου.» είπε η Ευαγγελία. Στεκόταν μόνη της μέσα στο σπήλαιο, έχοντας τον ηλεκτρικό φωτισμό στραμμένο πάνω στην τοιχογραφία και το αμυδρό φως της ημέρας να μπαίνει από πίσω. Η υγρασία είχε αρχίσει να την ενοχλεί. 
«Πρέπει να μιλήσω με την Έλενα.» είπε. Ξαναέβαλε τον δίσκο πίσω και έβγαλε όσες περισσότερες φωτογραφίες μπορούσε. Όταν τον ξαναπήρε και τον κράτησε στα χέρια της, ένα τρέμουλο διαπέρασε την ράχη της. 
Γύρισε και κοίταξε την φωτεινή είσοδο της σπηλιάς και φαντάστηκε μια ακολουθία από ανθρώπους ντυμένους με τελετουργικά ρούχα, να βγαίνουν προς τα έξω με τον Αρχιερέα πρώτο να κρατά τον δίσκο. «Από το σκοτάδι στο φως.» ψιθύρισε, νιώθοντας ότι σύντομα θα έλυνε το μυστήριο. «Ο άνθρωπος έκλεψε την Γλώσσα από τους Θεούς. Και την έδωσε στον άνθρωπο.» 
Η έξαψη εμφανίστηκε πάλι μέσα της. Ήταν ένα αίσθημα ζεστασιάς στην κοιλιά της. Ήταν ολοκλήρωση. Πραγμάτωση. Μοίρα. Ποτέ δεν μπορούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Είναι η επανάσταση του ανθρώπου απέναντι στους Θεούς. Είναι η αυγή του σύγχρονου πολιτισμού.» είπε και τα μάτια της βούρκωσαν, καθώς άρχισε να βλέπει πως όταν η Γλώσσα ‘βγήκε’ στο φως, γεννήθηκε ο λογικός άνθρωπος. «Homo Logicus.» είπε. Έπειτα κοίταξε την τοιχογραφία. «Homo Deus» και μετά την διαδρομή από την τοιχογραφία στην είσοδο. «Homo Liturgicus 
Ξαφνικά ένιωσε λύπη. Μία λύπη που βρισκόταν μέσα της για χρόνια και που τώρα την αγκάλιασε και την έσφιξε. Τόσα χρόνια κυνηγούσε να βρει κάτι που ήταν χαμένο. Χαμένο μέσα στην ιστορία, στους μύθους, χαμένο μέσα από την ψυχή της. Ένα κομμάτι που αν το έβρισκε θα ήταν πάλι ολοκληρωμένη, τον κρίκο που ένωνε τον Θεό με τον άνθρωπο. «Homo Liturgicus.» είπε ξανά. 
Κράτησε τον δίσκο στην αγκαλιά της και άρχισε να περπατάει προς την φωτεινή είσοδο, αναδημιουργώντας πάλι μία τελετουργία, φέρνοντας στο φως αυτήν την φορά τον χαμένο άνθρωπο. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Αυτός που μεταφέρει την γνώση.» είπε η φωνή μέσα στο κεφάλι της. Σταμάτησε και κοίταξε πάλι προς το σκοτάδι. Το μυαλό της πήγε στην βιβλική μυθολογία. «Εωσφόρος.» είπε. «Ο φορέας του φωτός.» 
Η ομοιότητα μεταξύ των δύο την τάραξε. Ήταν όμως αρκετά εύκολο να διακρίνει κάποιος πως μεταξύ Ελληνικής και Εβραϊκής μυθολογίας υπήρχαν κάποιες σημαντικές διαφορές. Διαφορές οι οποίες, πολιτισμικά, εξέφραζαν ανόμοιες αντιλήψεις για τον ρόλο του ανθρώπου στον κόσμο. Στον Ελληνισμό, ο Προμηθέας προστάτεψε τον άνθρωπο δίνοντας του γνώση. Και ο Αρχιερέας μιμούνταν τον Προμηθέα. Μία γέφυρα που ενώνει τον άνθρωπο με το θείο. Ενώ ο Εωσφόρος απομάκρυνε τον άνθρωπο από τον Θεό. 
«Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και ομοιότητες. Οι θεοί δεν μοιράζονται την γνώση. Μία θεότητα την δίνει στον άνθρωπο. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος καταλήγει να κόβει τα δεσμά του με το θείο.» 
Σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να συνέλθει. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ήταν εκεί για να ολοκληρώσει την εργασία της και δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για εορτασμούς, έστω και μοναχικούς. Γα μια στιγμή μόνο θυμήθηκε την Έλενα και επανέφερε το μυαλό της στην δουλειά. «Χρόνος.» είπε. «Χρόνος και Γλώσσα.» 
«Δεν μπορεί να υπάρχει κόσμος δίχως χρόνο. Αυτά τα δύο πάνε μαζί.» Πέρασε από την είσοδο της σπηλιάς στο φως του ήλιου, που είχε αρχίσει το δεύτερο μισό του ημερήσιου κύκλου του, έχοντας ακόμη κρατημένο στην αγκαλιά της τον Δίσκο. 
«Αν η Γλώσσα δημιούργησε τον Κόσμο, τότε δημιούργησε και τον Χρόνο. Άρα υπάρχει μια αρχή.» Το βλέμμα της προς στιγμήν έδειξε σύγχυση και μετά καθάρισε πάλι «Η Γλώσσα δεν είναι εργαλείο, αλλά ον.» είπε ενθουσιασμένη. «Πως μου είχε διαφύγει;». Για χρόνια αντιμετώπιζε την γλώσσα όπως την αντιμετωπίζουν όλοι οι ειδικευμένοι επιστήμονες, αλλά, ακόμη και ασυνείδητα, όλοι οι άνθρωποι. Ως ένα εργαλείο. Μία λειτουργία. Κάτι ξεχωριστό από τον άνθρωπο. Αλλά αυτό; Αυτό τα αλλάζει όλα. 
Γύρισε προς τα πίσω και κοίταξε την σκοτεινή είσοδο της σπηλιάς. Έφερε στο μυαλό της την εικόνα από την τοιχογραφία. Την Νύκτα να παραδίδει τον Κόσμο στον Κρόνο. «Ω Θεέ μου.» είπε και κοίταξε τον Δίσκο στην αγκαλιά της. «Είναι ο γιος της. Παρέδωσε στον Κρόνο τον Γιο της.» 
Σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό. Ήταν καθαρός με λίγα σύννεφα, σε αντίθεση με το μυαλό της που άρχισε να βυθίζεται στο σκοτάδι. Της ήταν γνώριμο αυτό το σκοτάδι. Είχε πέσει εκεί μέσα αρκετές φορές κατά της αναζητήσεις της, και όταν αναδυόταν είχε μια βαθύτερη κατανόηση των ζητημάτων που την απασχολούσαν και νέες ιδέες. Ήταν ένα δημιουργικό σκοτάδι, γεμάτο γνώσεις θαμμένες που δεν μπορούσε να τις βρει σε κανένα βιβλίο. 
Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό της να το αναζητά, να το προσμένει. Είχε μάθει πως έπρεπε να ακολουθεί κάποια μοτίβα, να κάνει κάποια πράγματα ώστε να ανοίξουν οι πύλες της συνείδησης της και να βυθιστεί μέσα σε εκείνο το αρχέγονο, δημιουργικό σκοτάδι. Με τον καιρό είχε αναπτύξει την δική της τελετουργία χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. 
Αυτή τη φορά όμως το σκοτάδι ήρθε σε αυτήν απρόσμενα, ύστερα από μία σειρά αποκαλύψεων. Και τότε την χτύπησε. Ήταν σαν φωτεινή αστραπή μέσα στο κεφάλι της. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. Έπεσε στα γόνατα της και έκλαιγε μα αναφιλητά, σφίγγοντας στην αγκαλιά της τον Δίσκο, γιατί πλέον είχε καταλάβει τι κρατούσε στα χέρια της. 
Μέσα στα αναφιλητά της επαναλάμβανε συνέχεια την ίδια φράση, και κάθε φορά που την ξεστόμιζε, το σώμα της γέμιζε με αγάπη. Ένα συναίσθημα σπάνιο, σαν να έχει βυθιστεί μέσα σε μια λίμνη διάφανη με κρυστάλλινα, ζωντανά νερά. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τις ακτίνες του φωτός να διαθλώνται και να φωτίζουν το υδάτινο σώμα. Την επιφάνεια που την περίμενε να αναδυθεί. Αλλά δεν βιαζόταν. Ήθελε να μείνει εκεί για όσο περισσότερο μπορούσε. Αν μπορούσε να αναπνεύσει το νερό, θα το έκανε. Και θα έμενε εκεί για πάντα. Σαν ένα ψάρι μέσα στα γλυκύτερα νερά που υπάρχουν. Να κουνάει την ουρά της χαρούμενα, γνωρίζοντας πως βρίσκετε στο πιο ασφαλές μέρος του κόσμου. 
Αλλά έπρεπε να αναδυθεί. Υπήρχε ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος μας, που την περίμενε. Ο κόσμος της φθοράς και της διαφθοράς. Ο κόσμος του φθόνου και των συγκρούσεων, όπου η αλήθεια παίζει μικρό ρόλο, ή ακόμη και αρνητικό. Ο κόσμος από τον οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει από μικρή, γιατί έβρισκε τα αρχαία, τα ερείπια και την αγριότητα της φύσης πιο ειλικρινή. Η ιστορία δεν λέει ψέματα σε αυτούς που θέλουν να την γνωρίσουν. 
Πεσμένη στα γόνατα της, καμπουριασμένη γύρω από τον Δίσκο, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της, έμοιαζε με μητέρα που κρατούσε το παιδί της. Τα δάκρυα της είχαν σταματήσει, αλλά η αγάπη συνέχιζε να αναβλύζει και να καλύπτει τον χώρο γύρω της, ενώ συνέχιζε να επαναλαμβάνει την ίδια φράση μέσα στο μυαλό της, η οποία κάθε φορά αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη δύναμη. Μια φράση που προερχόταν από διαφορετική εποχή και κουβαλούσε μαζί της κάτι που μεταμόρφωσε όλο τον κόσμο. Μία φράση που έμελε να μεταμορφώσει και την ίδια. Μία φράση η οποία περιέχει μέσα της την ουσία της Δημιουργίας.

 

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

"Η Κραυγή της Ίριδας" - Διήγημα πρώτη φορά δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα nyctophilia.gr

        Το νέφος ήρθε σαν το γκρίζο του χειμωνιάτικου δειλινού και κάλυψε πρώτα τον ουρανό πάνω από την πολυκατοικία μου. Ένας πυκνός καπνός που έφαγε το λιγοστό φως. Υπόκωφες βροντές ακούγονταν και τα τζάμια έτριζαν ελαφρώς. Μέσα στο νέφος, αστραπές φώτιζαν τα σωθικά του και περίεργες μορφές αχνοφαίνονταν. Έβλεπα αυτά τα απόκοσμα σύννεφα από το παράθυρο μου να απλώνονται προς πάσα κατεύθυνση και μέσα σε λίγα λεπτά είχαν σκεπάσει όλον τον ουρανό. Μια παράξενη νύχτα αγκάλιασε την Θεσσαλονίκη. 
        Κοίταξα προς το σαλόνι μου, το βιβλίο που είχα ανοιχτό πάνω στο τραπέζι και αυτήν να κάθεται στην άκρη του καναπέ με ένα βλέμμα γεμάτο απόγνωση. Ξανακοίταξα έξω από το παράθυρο. «Υποτίθεται θα είχε μεταφερθεί στον άλλο κόσμο», είπα στον εαυτό μου. Άσχημοι συνειρμοί άρχισαν να σχηματίζονται στο μυαλό μου. «Τι έκανα;» μονολόγησα, περισσότερο με απορία, παρά με βεβαιότητα για το λάθος μου. Ακόμη δεν ήξερα τι είχα προκαλέσει. 
        Οι ενοχές όμως ήταν εκεί, μέσα μου. Άρχισαν να φυτρώνουν από την μέρα που αποφάσισα να βρω έναν τρόπο να την φέρω πίσω στη ζωή και από τότε γέμιζαν την ψυχή μου και τις ώρες της μοναξιάς μου. Πριν από λίγες μέρες όμως είχα αρχίσει να νιώθω κάτι τελείως διαφορετικό. Ένα κενό. Ένα σκοτάδι πρωτόγνωρο, αλλά παλιό. Πιο παλιό από τον πολιτισμό μας. Περιφερόμουν στην πόλη και τα πάντα γύρω μου έμοιαζαν σαθρά, μάταια. Έβλεπα τα κτίρια να καταρρέουν, την θάλασσα να τρώει την παραλιακή οδό και το λιμάνι και την πόλη να νεκρώνει. Πυκνή στάχτη έπεφτε σαν χιόνι και έπνιγε τον αέρα. Ήταν όραμα; Δεν ξέρω. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου και όλα επανέρχονταν. Αλλά αυτή η αρχέγονη άβυσσος ήταν εκεί, μέσα μου, να ρουφάει ότι είχε απομείνει από την ανθρωπιά μου. 
        Δικαιολογούσα τον εαυτό μου. Έλεγα πως από τη στιγμή που αποφάσισα να περπατήσω αυτόν τον δρόμο, έπρεπε να τον ολοκληρώσω, να βρω το φως πέρα από το σκοτάδι και αν είμαι και τυχερός, αυτή θα είναι αναπαυμένη. Μαζί με τους νεκρούς. Αλλά έκανα λάθη. Τόσα πολλά λάθη. 
        Το μισώ το παρελθόν. Και τώρα στέκομαι εδώ, περιμένοντας το παρελθόν να ξεχυθεί στο παρόν. Αλλά ποιο παρελθόν; Και από ποιον κόσμο; Αν γνώριζα που θα με οδηγούσε αυτό το βιβλίο και το αλλόκοσμο περιεχόμενο του δεν θα τολμούσα ποτέ να εφαρμόσω τις οδηγίες του. Θα είχα κάψει κάθε φωτογραφία της, κάθε αναμνηστικό μας, κάθε ρούχο, βιβλίο, κόσμημα και οτιδήποτε ήταν συνδεμένο μαζί της με κάποιο τρόπο. 
        Τώρα την έχω να κάθεται στην πολυθρόνα της κρεβατοκάμαρας τα βράδια, να με κοιτάει να κοιμάμαι με αυτό το βλέμμα που έχει μέσα του την πίκρα της απόγνωσης και αγάπη πληγωμένη. Μία χαμένη ψυχή παγιδευμένη σε αυτόν τον κόσμο, εξαιτίας μου.  Να με ακολουθεί στις δουλειές μου, στους φίλους, στο μνήμα της. Δίπλα μου σε κάθε ανάσα μου και σε κάθε στιγμή που προσπαθούσα κουρασμένα να σκεφτώ το μέλλον. 
        Ποτέ δεν της μίλησα. Ήμουν σίγουρος πως αν το έκανα θα άνοιγε το στόμα της και δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να βγει από εκεί. Το παρελθόν με είχε αγκαλιάσει με ένα πέπλο ποτισμένο με το άρωμα της, την ομορφιά των ματιών της και του χαμόγελου της, τα μαύρα της μαλλιά και αυτό το δέρμα το χλωμό. Ήμουν σίγουρος ότι ήθελε να μου μιλήσει. Ο τρόπος που με κοιτούσε και κάποιες κινήσεις της μου έδιναν αυτήν την εντύπωση. Αλλά δεν ήθελα να την ακούσω. 
        Έριξα κατάρα πάνω μας. Μια αγάπη που μετατράπηκε σε σκοτάδι. Η απόγνωση με οδήγησε σε αυτό το βιβλίο και στις πρακτικές του. Δεν έπρεπε να προκαλέσω δυνάμεις που με ξεπερνούν. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν πίστευα σε αυτά τα πράγματα. Ήμουν άνθρωπος της λογικής και των επιστημών. Τώρα; Τώρα δεν ξέρω τι είμαι ή σε τι πιστεύω, αλλά βλέπω απέναντι μου την νεκρή γυναίκα μου να είναι ζωντανή, αλλά όχι ακριβώς. 
        Έπρεπε να πάρω μίαν απόφαση. Να διαλέξω ένα δρόμο. Μπροστά μου είχα δύο επιλογές. Η μία ήταν να την συνήθιζα και να συνέχιζα την ζωή μου μεταξύ του φωτός και του σκοταδιού, κρατώντας την φυλακισμένη μαζί μου. Δεν μπορούσα όμως να της κάνω κάτι τέτοιο. Γιατί να την καταδικάσω; Της άξιζε να κοιμηθεί οριστικά. Ακόμη και αν εγώ δεν ξανακοιμόμουν ποτέ. 
        Η άλλη επιλογή ήταν αυτός της αντιστροφής. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, μία μέθοδο, για να επιστρέψω τα πράγματα όπως ήταν τότε, πριν την φέρω πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Είχα ξεφυλλίσει το βιβλίο ψάχνοντας να βρω ένα εδάφιο που να περιέγραφε αυτό που έψαχνα. Το μόνο που βρήκα ήταν μία άσκηση όπου θα έφερνε τον άλλο κόσμο δίπλα στον δικό μας και θα μπορούσα να την περάσω απέναντι στα σημεία που, όπως εξηγούσε μέσα στο βιβλίο, οι ζωντανοί με τους νεκρούς συναντιούνται. 
        «Νεκροταφεία.» σκέφτηκα αμέσως. «Περιοχές όπου έχουν γίνει μάχες.» η δεύτερη μου σκέψη. Μου φάνηκε εύκολο. Παρακάτω όμως έλεγε πως αυτές οι ευαίσθητες περιοχές δεν είναι σημεία όπου εμείς επισκεπτόμαστε, αλλά περιοχές όπου οι νεκροί είναι ελεύθεροι να κινηθούν από τα δεσμά των πολιτισμών των ζωντανών. Τα ερείπια χαμένων πολιτισμών, εγκαταλελειμμένων σπιτιών, ναυάγια και άλλα παρόμοια. Αυτά τα μέρη είναι που η άγρια πλευρά της ύπαρξης, αυτή που δεν υπακούει στους νόμους των πολιτισμένων, εκφράζεται μέσα από τα λείψανα των πεθαμένων νόμων και του λογικού των ανθρώπων. 
        Τώρα έβλεπα αυτό το πυκνό νέφος απλωμένο πάνω από την πόλη και το κέντρο του, που φαινόταν χαρακτηριστικά από μία σκοτεινή οπή, σαν μάτι δίχως ίριδα, ήταν ακριβώς πάνω από την ρωμαϊκή αγορά. Άρπαξα το βιβλίο και κατέβηκα γοργά στον δρόμο, με κατεύθυνση το κέντρο του Ματιού. Ήμουν σίγουρος πως αυτό ήταν το κλειδί για το πρόβλημα μου. 
        Μέχρι να βγω όμως στον δρόμο τα πράγματα είχαν αλλάξει. Φανταστείτε να στέκεστε στην πλατεία και να βλέπετε ανθρώπους μαζί με φαντάσματα, δαίμονες, τέρατα και πολλά άλλα όντα που ξεπήδησαν από τους μύθους των προηγούμενων πολιτισμών. «Έτσι θα ζούσαν κάποτε οι άνθρωποι. Μαζί με τα πνεύματα.» σκέφτηκα, αλλά ήξερα ότι κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο και πως σύντομα, άσχημα πράγματα θα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια μου. 
        Θεωρούσα τον εαυτό μου ευσυνείδητο άνθρωπο, αλλά αυτό που έβλεπα μπροστά μου άρχισε να μου δείχνει, δειλά, σαν τις αχτίδες του πρωινού που περνάνε από τα στόρια σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, πως η αφύπνιση μου σε αυτόν τον κόσμο έφερνε μαζί του και μία νέα μορφή ευσυνειδητότητας και ευθύνης. Μεγαλύτερης και βαθύτερης. 
        Ακριβώς σε εκείνες τις αμυδρές στιγμές, όπου το ασυνείδητο αρχίζει να μιλάει στο συνειδητό, όπως το σκότος αρχίζει να καταπίνει το φως, ένιωσα την γνώριμη, αρχέγονη άβυσσο μέσα μου. Με έπιασε ναυτία και έπεσα στα γόνατα μου, πετώντας το βιβλίο στην άκρη και αγκαλιάζοντας την κοιλιά μου. Πυκνές νιφάδες στάχτης είχαν αρχίσει να πέφτουν στο πλακόστρωτο πάρκο. 
        «Στην αρχή θα έλεγα πως είσαι ανήθικος, ή και επικίνδυνος. Αλλά με πρόλαβε το σώμα σου. Τώρα μπορώ να πω ότι είσαι απλά ανόητος. Ένας χαρισματικός ανόητος.» άκουσα μία φωνή να μου μιλάει. «Δεν ξέρεις που έμπλεξες.» είπε. «Μπορώ να σου πω όμως το εξής. Δεν υπάρχει επιστροφή. Υπάρχει μόνο μέλλον. Ένα καινούριο μέλλον.» Η φωνή του ακουγόταν γεμάτη ικανοποίηση. 
        Σήκωσα το κεφάλι μου για να δω το πρόσωπο του. Ήταν βρώμικος και τυλιγμένος με παλιά, φθαρμένα ρούχα. Ένας άστεγος. Το βλέμμα του έδειχνε βαθύ και απόμακρο. 
        «Ήθελα να την στείλω στον άλλο κόσμο.» είπα απολογητικά. Τα μάτια μου ήταν βουρκωμένα. Το στομάχι μου δεμένο κόμπος.

«Και είσαι κοντά στο να καταστρέψεις τον κόσμο.» 

«Δεν αντέχω άλλο αυτό το μαρτύριο.» επέμεινα. Παρόλο που άρχισα να αναγνωρίζω το μέγεθος του σφάλματος μου, ταυτόχρονα ήξερα πως δεν είχα άλλη επιλογή. Η απόγνωση μπορεί να οδηγήσει κάποιον στα άκρα. Έχετε γευτεί την απόγνωση; Εγώ την ξέρω την γεύση της. Και ήταν συνέχεια εκεί, στο πίσω μέρος της γλώσσας μου, να σκοτεινιάζει τις μέρες μου, να βουβαίνει την φωνή μου.

 «Μπορώ να διορθώσω την κατάσταση;» ρώτησα, επιστρατεύοντας το λογικό μου. «Θα υπάρχει κάποια λύση. Κάποια διέξοδος.»                                                                                            Ο άστεγος άρχισε να γελάει. «Είσαι διπλά ανόητος τελικά. Τόσο που πιστεύω πως είσαι αθώος.» είπε. Με έπιασε από τον ώμο και με βοήθησε να σηκωθώ στα πόδια μου. «Υπήρχε μια εποχή όπου οι δύο κόσμοι συνυπήρχαν. Άνθρωποι και πνεύματα ζούσαμε μαζί. Αυτά πριν τον κοσμικό πόλεμο. Μετά χωρίσαμε. Το μυστικό είναι ότι δεν έφυγαν πραγματικά. Έμαθαν να κρύβονται καλύτερα, στις σκοτεινές πτυχές της πραγματικότητας μας.» έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε την γυναίκα μου, που στεκόταν βουβή, καλυμμένη από νιφάδες στάχτης και μας κοιτούσε. «Όμως στην δική σου περίπτωση, τα πέπλα σηκώθηκαν» είπε. «Αυτό που σου φαίνεται σαν κατάρα, είναι χάρισμα.»

«Χάρισμα; Δεν είναι χάρισμα. Από τότε που πέθανε έχει καταστραφεί η ζωή μου.» είπα. «Δεν είναι χάρισμα.» επανέλαβα χαμηλόφωνα. Από δίπλα μου πέρασε μια τεράστια καφετιά μορφή.  Ήταν ολόκληρη καλυμμένη με υφάσματα που κρέμονταν μέχρι το έδαφος. Το κεφάλι της ήταν ένας κώνος, που έμοιαζε πλαδαρός. Τρία μάτια που σχημάτιζαν τρίγωνο ξεχώριζαν και το στόμα του ήταν κυκλικό, με σειρές δοντιών που εξαφανίζονταν μέσα στο φάρυγγα του. Οι τρίχες μου σηκώθηκαν.

«Ένας Πρόπολος.» είπε ο άστεγος. «Μην ανησυχείς. Η μορφή τους είναι τρομακτική, αλλά δεν μπορούν να κάνουν κακό. Ο Ευρύνομος όμως θα είναι κάπου εδώ κοντά.» είπε και κοίταξε γύρω του, ψάχνοντας τον.

«Ποιος;» ρώτησα ενώ κοιτούσα τον Πρόπολο να απομακρύνεται. Αιωρούνταν λίγο πάνω από το έδαφος και η κίνηση του ήταν ομαλή. Σαν να έπλεε στον αέρα. Καμιά φορά έβγαζε υπόκωφους ήχους από εκείνο το φρικτό λαρύγγι που είχε για στόμα. Ήχους που έμοιαζαν με κραυγές ανθρώπων που πνίγονται.

«Δαίμονας του Άδη. Τρώει τις σάρκες των νεκρών.» είπε και ένιωσα το δέρμα μου να μυρμηγκιάζει. «Έχει πολύ τρομακτική μορφή. Είναι ψηλός και πολύ λεπτός. Το δέρμα του μελανό και το πρόσωπο του ρουφηγμένο. Είναι ντυμένος με δέρματα από γύπες που σκότωσε ο Απόλλωνας στο όρος του Ταΰγετου.» 

Στριγκές κραυγές ακούστηκαν από τον ουρανό και μας τράβηξαν την προσοχή. Ένα σμήνος από πουλιά με περίεργες μορφές βγήκαν από το Μάτι, πετώντας επιθετικά προς τα κάτω. Για μια στιγμή τα έχασα από το πεδίο μου και άρχισα να ακούω φοβισμένες φωνές, γεμάτες απελπισία και ποδοβολητά. Έπειτα είδα τα πουλιά να πετούν πάλι προς τα πάνω και παρατήρησα πως τα κεφάλια τους ήταν γυναικεία και στα νύχια τους κρατούσαν ανθρώπινες μορφές, που έμοιαζαν ημιδιάφανες με ένα περίεργο μουντό φως να βγαίνει από μέσα τους.

«Αρπύιες;» ρώτησα μονολογώντας, αρνούμενος να δεχτώ αυτό που έβλεπα.

«Άρχισες να θυμάσαι.» είπε ο άστεγος με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Βλέπεις πόσο συνδεδεμένος είσαι με το παρελθόν τώρα;» με ρώτησε. Δεν περίμενε κάποια απάντηση. Ξετύλιξε τα υφάσματα γύρω από το σώμα του και τα άφησε να πέσουν κάτω, αποκαλύπτοντας ένα σκελετωμένο και ψηλό σώμα που ήταν καλυμμένο με δέρματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαστε το παρελθόν σας.» η φωνή του ήταν διαφορετική. Ακουγόταν νεανική και γεμάτη ενέργεια. «Αλλά και το μέλλον σας.» Κοίταξε προς το μέρος που οι Αρπύιες είχαν βουτήξει προ ολίγου. «Πεινάω.» είπε και έφυγε βιαστικά.

Το δέρμα μου είχε παγώσει. Γύρω μου άνθρωποι έτρεχαν φοβισμένοι και από πίσω τους κάποιος, ή κάτι, τους κυνηγούσε. Είδα γνωστές φυσιογνωμίες πεσμένες στο έδαφος και τα σώματα τους αγκυλωμένα, με εκφράσεις τρόμου. Το δέρμα τους γκρίζο, σαν αυτό της στάχτης. Μαζί με το δέρμα μου είχε παγώσει και η ψυχή μου. Δεν ένιωθα τίποτα. Καμία ενοχή ή ντροπή. Αυτό ήταν πολύ μεγαλύτερο από τις δυνατότητες μου. «Θα συνέβαινε.» είπα στον εαυτό μου. «Κάποια στιγμή θα συνέβαινε.»

Ένας θόρυβος βαθύς, σαν βουητό ανέμου που τώρα πήρε να σηκώνεται, άρχισε να έρχεται από το Μάτι που μας κοιτούσε από εκεί που κάποτε βρισκόταν ο ουρανός της Θεσσαλονίκης. Μια λευκή ακτίνα φωτός βγήκε και φώτισε όλη την αγορά, φανερώνοντας λεπτομέρειες που θα προτιμούσα να μην είχα δει ποτέ. Όσα από τα όντα ήταν μέσα στην ακτίνα, ακόμη και αυτό το αλλόκοσμο βιβλίο που μου είχε πέσει, έπιασαν φωτιά αυτόματα και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε μείνει μόνο στάχτη. Αλλά όχι η γυναίκα μου.

Το πρόσωπο της έλαμπε και τα μάτια της ήταν γεμάτα ζωντάνια. Το φως την έλουζε με έναν πνευματικό μανδύα. Το χρώμα του δέρματος της ζωήρεψε και τα μαλλιά της ξάνθυναν και φούντωσαν. Είχε αρχίσει να υψώνεται προς τα επάνω. Άνοιξε το στόμα της και έβγαλε μία διαπεραστική κραυγή που είμαι σίγουρος ότι έφτασε μέχρι τα όρια της πόλης. Όλα ακινητοποιήθηκαν για λίγες στιγμές. Η μόνη κίνηση ήταν η δική της και αυτή των φύλλων των δέντρων από έναν άνεμο που δυνάμωνε όλο και περισσότερο.

Η κραυγή της συγχωνεύθηκε με τον θόρυβο του ανέμου και έκαναν ένα περίεργο μουσικό μίγμα, όπως αυτό που ακούμε όταν οι Ναϊάδες Νύμφες τραγουδούν στους ποταμούς κοντά στους καταρράκτες. Όλα τα περίεργα και τρομακτικά όντα που γλίτωσαν από το Μάτι έδειχναν να υποφέρουν από τη φωνή της. Κρύφτηκαν όπου έβρισκαν ίσκιους, επιστρέφοντας στα σπίτια τους. Αν και ήμουν σίγουρος πως δεν έφυγαν όπως παλιότερα. Μόλις έβρισκαν ευκαιρία θα ξανάβγαιναν και θα συνέχιζαν το παιχνίδι τους με τους ζωντανούς. Να στοιχειώνουν τις μέρες μας, να πλουτίζουν τις ιστορίες μας με τρομακτικές εμπειρίες.

Ο άνεμος λυσσομανούσε πλέον και τα δέντρα στο πάρκο είχαν πλαγιάσει. Είμαι σίγουρος ότι άκουσα αυτοκίνητα να σηκώνονται και να εκσφενδονίζονται. Το πυκνό νέφος από πάνω μας άρχισε να διαλύεται και ένα ουράνιο τόξο έκανε δειλά την εμφάνιση του μέσα από τα σύννεφα. Είδα την γυναίκα μου, ελεύθερη πλέον και μεταμορφωμένη να πετάει μέσα στην λευκή, φωτεινή ακτίνα.

Οι Αρπύιες έκαναν την εμφάνιση τους πάλι, μεταμορφωμένες και αυτές σε  πανέμορφες γυναίκες με φτερά και άρχισαν να πετούν γύρω της. Το Μάτι γέμισε με χρώματα και από το μαύρο της αβύσσου ήρθε το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, που μαγεύει την Ελλάδα τα καλοκαίρια και στο κέντρο του εμφανίστηκε ένα λευκό περιστέρι τυλιγμένο σε φλόγες.

                    «Άνοιξε τα μάτια σου.» μου είπε, σαν να ήταν δίπλα μου, λίγο πριν περάσει στην άλλη πλευρά. «Άνοιξε τα μάτια σου στον νέο κόσμο.»

 

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

"Έρως" - Διήγημα πρώτη φορά δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα The Weird Side Daily

Σε χίλια χρόνια από τώρα και σε μία εποχή την οποία δεν μπορούμε να οραματιστούμε λεπτομερώς, έχοντας στα χέρια μας μόνο την φαντασία μας και τους μύθους χαμένων πολιτισμών, οι άνθρωποι θα ζουν σε ένα Σώμα. Τούτο το Σώμα δεν θα είναι ορατό με τα μάτια, ούτε θα μπορεί κάποιος να το αγγίξει με τα χέρια του, θα περικλείει όμως μέσα του όλο το σύμπαν.

Για να γνωρίσουμε καλύτερα την σχέση των ανθρώπων με το Σώμα του Δημιουργού, θα πρέπει πρώτα να θυμηθούμε πως κάθε σώμα για να υπάρχει χρειάζεται ένα τόπο. Ένα ναό. Μία κατασκευή που δεν είναι ανθρώπινη, ούτε μπορεί κάποιος άνθρωπος να αποκτήσει γνώση ώστε να την κατασκευάσει. Πολλοί προσπάθησαν να χτίσουν κάτι που να μοιάζει με αυτό τον Ναό, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον Δημιουργό του.

Όπως ένα παιδί γεννάται από και αγαπά την μητέρα του, δίχως ποτέ να αμφισβητήσει την δύναμη της, την παρουσία της και την επιρροή της στον κόσμο, έτσι και εμείς, οι άνθρωποι που ζούμε, που έχουμε ζήσει και που θα ζήσουμε, είμαστε παιδιά αυτού του Ναού και αυτός ο Ναός είναι ένα δέντρο. Μάλιστα, δεν είναι ένα οποιαδήποτε δέντρο αλλά το πρώτο δέντρο, εκ του οποίου όλα τα δέντρα δημιουργήθηκαν και πάνω στα κλαδιά του κρατιέται ζωντανό το σύμπαν.

Το όνομα του Ναού είναι Ευάνθη. Με κορμό που κανείς δεν γνωρίζει πόσο μεγάλος είναι, φτάνει μέχρι κάτω, πιο κάτω ακόμη και από τον Άδη, στην απέραντη και άχραντη Άβυσσο, την θάλασσα του χάους, που στηρίζει όλους τους κόσμους, τον ορατό και τον αόρατο καθώς και όλα τα όντα, αυτά που γνωρίζουμε και αυτά που δεν τολμούμε ούτε να σκεφτούμε.

Κοντά στην Άβυσσο και γύρω από τον κορμό της Ευάνθης είναι δημιουργημένος ο πρώτος κόσμος, ο τόπος όπου ζούνε όντα φοβερά, τα Τέρατα και οι Κολοσσοί, με μέγεθος κυκλώπειο, όπου ένας άνθρωπος μπροστά τους μοιάζει ασήμαντος και αδιάφορος. Μεταξύ τους μένετε πόλεμος αιώνιος και ασίγαστος και όλοι οι σεισμοί, οι τυφώνες, οι ηφαιστειακές εκρήξεις και οι καταστροφές που ξεφεύγουν των ευθυνών μας οφείλονται σε αυτόν τον πόλεμο.

Μάλιστα, μία από τις ιστορίες για το τέλος του κόσμου λέει πως αν κερδίσουν τα Τέρατα θα βουτήξουν πάλι μέσα στην Άβυσσο και θα επιστρέψουν στο σώμα που τους γέννησε. Τότε ένα θαλάσσιο Τέρας, πολλές φορές μεγαλύτερο από όλα τα Τέρατα μαζί, θα πηδήξει έξω από την θάλασσα του χάους και θα καταπιεί την Ευάνθη και μαζί της όλους τους κόσμους και τον κόσμο μας. Το όνομα του Τέρατος, Μένος.

Αν κερδίσουν οι Κολοσσοί, μιας και είναι παιδιά του Ουρανού, θα αρχίσουν να σκαρφαλώνουν προς τα επάνω και κάθε κόσμο που συναντούν θα τον καταστρέφουν, μέχρι να φτάσουν στον δικό μας κόσμο, που είναι ο έκτος και ο τελευταίος κόσμος πριν τον Ουρανό. Αφού μας σκλαβώσουν και εγκαθιδρύσουν την βασιλεία τους, θα βάλουν του ανθρώπους να τους χτίσουν πύργο γιγαντιαίο. Με τα θεμέλια του να ξεκινούν από τον δικό μας κόσμο, θα φτάσει μέχρι τον Ουρανό και την μέρα όπου θα μπει και το τελευταίο τούβλο, οι Κολοσσοί θα τον σκαρφαλώσουν, θα σκοτώσουν τον Ουρανό και αιώνιο σκοτάδι θα καλύψει τον κόσμο.

Εκτός όμως από τρομακτικές ιστορίες για το τέλος μας υπάρχει και άλλη μία ιστορία, η πιο εξαίσια ιστορία που έχει ειπωθεί ποτέ, όπου ακόμη και οι πιο διάσημοι αοιδοί νιώθουν δέος απέναντι της. Είναι η ιστορία που θέλω να σας πω. Η ιστορία του Υιού του Ουρανού και της Ευάνθης. Ας ξεκινήσουμε από την Αρχή.

Πριν ακόμη ξεκινήσει ο χρόνος, σε μία εποχή όπου ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να φανταστεί, υπήρχε μόνο ο Σκότος. Άμορφος και αιώνιος, δίχως όρια, έκοψε τον εαυτό Του στην μέση και δημιουργήθηκαν ο Ουρανός και η Άβυσσος, αδέλφια που το ένα γεννήθηκε από τα πλευρά του άλλου. Ο Σκότος φύσηξε μανιώδεις άνεμους ανάμεσα τους, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο και ψύχος τους κάλυψε. Ο Ουρανός όμως, που δεν ξέχασε την καταγωγή Του, γεμάτος πόνο για την χαμένη Του αδελφή, επιθυμούσε να ενωθεί μαζί της.

Έκοψε κομμάτι από το άυλο σώμα του, το φύσηξε με φως και γεννήθηκε ο Ήλιος, τον οποίο τον έβαλε να κινείται σε κύκλους πάνω στο σώμα Του. Στον πρώτο κύκλο γεννήθηκε η Ημέρα και η Νύκτα, αδελφές τρομερές που ποτέ δεν μπορούσαν να βρίσκονται μαζί και ο Ουρανός της χώρισε. Η Ημέρα ήταν δική Του και μαζί με τον Ήλιο κυβέρνησαν το φως. Η Νύκτα έγινε της Αβύσσου και στο σώμα της ακούγονται τα τραγούδια για Αυτήν και για τον Δημιουργό όλων, τον Σκότος.

Έπειτα,  ήθελε να δημιουργήσει έναν τόπο όπου ο Ήλιος θα μπορούσε να φωτίζει. Η επιθυμία του ήταν μεγάλη και είχε άχρονο σχέδιο για την δημιουργία των κόσμων και όλων των όντων ώστε όταν θα ερχόταν η κατάλληλη εποχή, θα κατέβαινε και ο ίδιος να ζήσει ανάμεσα μας.

Μπόλιασε την βούληση Του σε ένα από τους ανέμους και τον έστειλε με ορμή μέσα στην Άβυσσο. Αυτή όμως τον αρνήθηκε γιατί δεν τον ήθελε κοντά της. Άνοιξε τα νερά της και εμφανίστηκε ο πρώτος κόσμος, ο τόπος των Κολοσσών και των Τεράτων. Ένα απέραντο νεκρό τοπίο που είχε μόνο βράχια και χώμα.

Ο Ουρανός προσβεβλημένος είπε στον Ήλιο να κάψει την Άβυσσο και από την επιφάνεια της γεννήθηκαν τα Σύννεφα, τα οποία κινούνται ακόμη ανάμεσα τους. Τότε ξεκίνησε η Πρώτη Καταιγίδα και για να την τιμωρήσει έστειλε αστραπές πάνω της και χιλιάδες τερατόμορφα πλάσματα γεννήθηκαν στο σώμα της. Μία μόνο αστραπή χτύπησε πάνω στην στέρεη γη και γονιμοποίησε την βούληση Του που είχε γίνει μικρή σαν σπόρος και μέσα στο χώμα είχε χαθεί. Ο σπόρος αυτός μεγάλωσε και φύτρωσε η Ευάνθη, που έχει τις ρίζες της στην Άβυσσο και στα κλαδιά της το σύμπαν.

Η ομορφιά της Ευάνθης ήταν τόσο ξεχωριστή και εντυπωσιακή που τράβηξε την προσοχή του Ουρανού. Πρόσταξε τον ζωογόνο Ήλιο να στρέψει όλο του το φως πάνω Της και τα φύλλα της έγιναν χρυσά. Από την αγάπη Του για Αυτήν ήρθαν οι πιο πρόσφορες βροχές και άνεμοι γλυκοί. Ο κορμός της ψήλωνε και πλησίαζε τα σύννεφα.

Η Άβυσσος όμως την μίσησε, αυτήν και την ομορφιά της, και ήθελε να την καταστρέψει. Έστειλε όλα τα Τέρατα εναντίον της, κρατώντας μόνο ένα μέσα της, κρυμμένο ακόμη και από τον Ουρανό, το πιο τρομακτικό παιδί τους. Ένα Τέρας που θα έτρωγε όλους τους κόσμους.

Ο Ουρανός, που είδε τα Τέρατα να πλησιάζουν την Ευάνθη, έριξε σφοδρές αστραπές γύρω της και σεισμούς προκάλεσε. Τεράστια βουνά, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα δικά μας, υψώθηκαν και τον δρόμο τους εμπόδισαν. Την ύπαρξη αυτών των βουνών την γνωρίζουν μόνο λίγοι πλέον και κανείς από μας βέβαια δεν θα έχει ποτέ την δυνατότητα να τα αντικρίσει. Είναι τα βουνά που χωρίζουν τους κόσμους από το χάος της Αβύσσου και για αυτό έχουν μείνει στους μύθους ως τα Απόκοσμα Βουνά.

Η Άβυσσος φούσκωσε τα νερά της και βοήθησε τα παιδιά της να πλησιάσουν στις κορυφές των τιτάνιων βουνών και να δουν από πίσω τους, στο κέντρο του πρώτου κόσμου, την Ευάνθη φωτισμένη από τον Ήλιο, με τα χρυσά της φύλλα να αντανακλά φως γύρω της και κοντά στις ρίζες της να υπάρχει ζωή.

Όταν τα Τέρατα, που έμοιαζαν με δράκους, με ουρές τόσο μακριές και χοντρές που μπορούσαν να σπάσουν βουνά και τρύπες να ανοίξουν στην γη, άρχισαν να κατεβαίνουν τις πλαγιές των Απόκοσμων Βουνών και να εκσφενδονίζουν βράχους προς την Ευάνθη, ο Ουρανός φύσηξε όλους τους ανέμους εναντίον τους. Οι άνεμοι ήταν τόσο δυνατοί που καθήλωσαν τα Τέρατα, αλλά ταυτόχρονα άρχισαν να ξηλώνουν το έδαφος και το χώμα να υψώνουν προς τα επάνω και τον Ήλιο κάλυψαν. Τα φύλλα της Ευάνθης έχασαν το χρώμα τους και τα φυτά στα ριζά της μαράθηκαν.

Τότε ο Ουρανός έριξε έξι σπόρους φτιαγμένους από τον Ήλιο, τα Σύννεφα και την Αστραπή στις κορυφές των Απόκοσμων Βουνών και από τους βράχους γεννήθηκαν οι Κολοσσοί. Κτήνη με τεράστιο ανάστημα, που το βάδισμα τους προκαλούσε σεισμούς και μπορούσαν όλοι μαζί να σηκώσουν τα Βουνά στις πλάτες τους. Το σώμα τους φτιαγμένο από σκληρά ορυκτά. Τα μάτια τους διαμαντένια και το κεφάλια τους μαρμάρινα. Ο κορμός τους από κορούνδιο και τα άκρα τους από χαλαζία, είχαν μορφή που μοιάζει με αυτή τον ανθρώπων.

Ο πρωτότοκος του Ουρανού και αρχηγός των Κολοσσών, ο Ενεός, στην κορυφή των Απόκοσμων Βουνών ήρθε αντιμέτωπος με τα Τέρατα. Όρμησε πάνω τους και ξεκίνησε πάλη που προκάλεσε σεισμούς. Σε μια στιγμή, και καθώς στα χέρια του είχε πιάσει ένα τέρας, του οποίου το όνομα δεν τολμά άνθρωπος να προφέρει, γύρισε προς την Ευάνθη και αντίκρισε την ομορφιά της. Μαγεμένος την έβλεπε να στυλώνεται ξανά και να υψώνεται προς τον Ουρανό. Είδε πιο ψηλά από τα Απόκοσμα Βουνά τον δεύτερο κόσμο να δημιουργείται πάνω και γύρω από τα κλαδιά της, και σίγουρος πλέον για την μοίρα του και την μοίρα των αδελφών του, κραύγασε προς τον Ουρανό.

«Πατέρα γιατί μας καταράστηκες σε πόλεμο αιώνιο;» και στην σημερινή ημέρα ακόμη η πάλη αυτή συνεχίζεται.

Οι Κολοσσοί είδαν ο δεύτερος κόσμος πως ήταν ο κόσμος των Φυτών. Τόπος γεμάτος από λουλούδια και αρώματα, δάση ατελείωτα και καταρράκτες που έκαναν ακόμη και τους θεούς να διψάσουν. Τα αρώματα των λουλουδιών ήταν τόσο έντονα που έφταναν μέχρι κάτω, στον πρώτο κόσμο και τους ζάλιζαν. Μέσα τους το σκοτάδι φούντωνε και με κάθε Τέρας που έπνιγαν, τόσο περισσότερο μισούσαν τον Πατέρα τους.

Στεναχώρια γέμισε τον Ουρανό που είδε τα παιδιά Του να αρνούνται τον σκοπό τους και Σύννεφα πυκνά και μαύρα κάλυψαν την πλάση. Τότε ξεκίνησε βροχή που εμείς την ξέρουμε ως Την Βροχή Των Τεθλιμμένων, από τις ιστορίες για τις χαμένες ψυχές των ανθρώπων στις παρυφές του Άδη, στις Λίμνες της Απόγνωσης, που τα νερά τους είναι από αυτήν την βροχή.

Η Βροχή κράτησε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και το νερό αυτό, που ήταν γλυκό και καθαρό, έδωσε στην Ευάνθη δύναμη και ψήλωσε γρήγορα. Ο κορμός της μεγάλωσε σε πλάτος και στα κλαδιά της φύτρωσαν φύλλα πλατιά και χρυσά που άρχισαν και αυτά να ανεβαίνουν προς τον Ουρανό.  Ο τρίτος κόσμος δημιουργήθηκε σε εκείνο το σαρανταήμερο και ήταν ο κόσμος της Πανίδας.

Τότε όλη η πλάση γέμισε με ήχους και τραγούδια από τα ζωντανά, τόσο του εδάφους όσο και του αέρα. Ο Ουρανός και η Ευάνθη χαρούμενη από αυτήν την δημιουργία, επιθύμησαν να ακούσουν κάτι πιο ρυθμικό. Ο Ουρανός πλησίασε κοντά της με ένα φτερωτό όν που διάλεξε για την ομορφιά του και την περηφάνια του, τον Αετό και με τα φτερά του την αγκάλιασε. Από το ράμφος του βγήκαν εννέα γυναίκες, οι πρώτες γυναίκες, που έγιναν οι μητέρες των ανθρώπων, των τραγουδιών, των ποιημάτων, των τεχνών και των επιστημών και σκαρφάλωσαν στην Ευάνθη.

Οι τρεις από αυτές έπλεξαν με νήμα από τον κορμό πετονιά λευκή και χρυσή και τραγουδούσαν για την μνήμη. Οι επόμενες τρεις χόρευαν πάνω στα φύλλα και με στάμνες μάζεψαν το ρετσίνι που έρεε από φυσικές οπές. Άλλες τρεις λάξεψαν ξύλα και το ρετσίνι άλειψαν πάνω στα λαξευμένα ξύλα. Τις πετονιές έδεσαν και τα όργανα μοίρασαν. Τότε ξεκίνησε το πρώτο τραγούδι, τραγούδι αιώνιο που γνώριμο του δεν έχει ξανακουστεί ποτέ και το όνομα αυτών των γυναικών είναι Μούσες.

Ακόμη και τώρα, στην στείρα εποχή της λογικής, οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν το τραγούδι τους αν ταξιδέψουν στις άκρες του πολιτισμού μας και το αυτί τους και την καρδιά τους στήσουν. Μάλιστα το τραγούδι αυτό είναι τόσο εξαίσιο που ο Ουρανός μέθυσε όταν το άκουσε και στην μέθη του επάνω έφτιαξε τον πιο περίεργο κόσμο.

Ο τέταρτος κόσμος, που είναι παιδί του Ουρανού και των Μουσών, είναι γεμάτος από όντα περίεργα και οι μορφές τους τρομάζουν τους απλούς ανθρώπους. Ήταν η έμπνευση του Ουρανού τέτοια που θέλησε να συνδυάσει ότι μέχρι τότε είχε δημιουργηθεί, ώστε να κάνει τον τέλειο κόσμο. Αντί αυτού όμως μπορεί να δει κανείς άλογα με σώμα ανθρώπου, λιοντάρια σε σώματα αετών, σαλιγκάρια με πρόσωπα ανθρώπινα, ερπετά με τρία και τέσσερα κεφάλια, όντα που συνδυάζουν τρία και τέσσερα διαφορετικά και γνωστά σε εμάς ζώα και άλλα πολλά παράδοξα. Μάλιστα, ένα από αυτά τα ζωντανά ξεχώριζε για την ιδιαίτερη μορφή του, που προκαλούσε δέος και φόβο μαζί. Με κεφάλι λιονταριού, σώμα τράγου, φτερά αετού και ουρά ψαριού το ζωντανό αυτό κατοικεί πλέον στις ορεινότερες περιοχές της Ηπείρου, εκεί που ανθρώπινο πόδι δεν μπορεί να πατήσει.

Κάποια από αυτά τα τέρατα είναι επικίνδυνα, τα περισσότερα όμως είναι άκακα και διασκεδάζουν περισσότερο παρά τρομάζουν. Μπορεί κανείς να τα δει στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού του ή κάτω από το κρεβάτι. Σε κάποια μοναχική βόλτα μέσα στη φύση, στο δειλινό, ή σε τόπους άγονους, όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει. Αν κάποιος είναι τυχερός και θαρραλέος μαζί και θελήσει να τα παρατηρήσει, θα προσέξει πως περιφέρονται δίχως σκοπό και πως ποτέ δεν γνώρισαν τόπο, ούτε τον κόσμο τους, που να τον ονομάσουν σπίτι τους. Ταξιδεύουν και χάνονται σε άλλους κόσμους και έχουν το βλέμμα της μέθης και της χαράς που δεν γνωρίζει τον εαυτό της και τις ατέλειες της. Κάποιοι λένε πως είναι η χειρότερη δημιουργία του Ουρανού, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως έτσι είναι η πραγματική έμπνευση.

Όταν ο Ουρανός συνήλθε και είδε τα δημιουργήματα Του, διασκέδασε και λυπήθηκε ταυτόχρονα. Τέτοια ήταν η όψη των όντων αυτών που έκαναν ακόμη και τον Πατέρα τους να σαστίσει. Το άχρονο σχέδιο Του πλησίαζε στην πλήρωση του και θα ερχόταν σύντομα ο καιρός όπου ακόμη και ο ίδιος θα συμμετείχε ως παιδί Του.

Έχοντας το τραγούδι των Μουσών κοντά του και ακούγοντας πως τα περισσότερα παιδιά Του μιλούσαν, το καθένα με τον δικό του τρόπο, άφησε την Πνοή Του ελεύθερη και μίλησε τον πέμπτο κόσμο στην ύπαρξη. «Εδώ θα είναι Το Παλάτι Των Ψυχών.» είπε. «Γιατί θα έρθει μια εποχή όπου τα αγαπημένα Μου παιδιά δεν θα είναι σαν και Εμένα και θα ζουν τόσο στον κόσμο τους όσο και σε αυτόν.»

Τα φύλλα της Ευάνθης έγιναν γκρίζα και τα κλαδιά που φύτρωσαν ήταν ξερά, πελώρια και μυτερά και τα Σύννεφα έσχιζαν. Πικρά νερά έβρεχε στις πλαγιές των νεκρών βουνών και τα ποτάμια όλων των κόσμων συναντιόντουσαν στο κέντρο του, που ήταν ένας καταρράκτης, ο Καταρράκτης της Κρίσης, και από κάτω του μία λίμνη σκεπασμένη με αιώνια άχλη, η Λήθη. Ζωντανά δεν υπήρχαν μέσα στα νερά της και στις ακτές της ζούσαν φυτά όξινα, που τον αέρα μετέτρεπαν σε δηλητήριο.

Στην άκρη της Λήθης, κρυμμένο πίσω από τα υδάτινα πέπλα του Καταρράκτη, ήταν χτισμένο με κόκκαλα και βασανιζόμενες σάρκες το Παλάτι Των Ψυχών. Ένα κτίριο που όμοιο του δεν υπάρχει. Η όψη του και μόνο είχε φοβίσει και τους ημίθεους που διάβηκαν την Πύλη του.

Πλατιά σκαλοπάτια οδηγούσαν σε μία κυκλική πλατεία και ένα ξίφος κρεμόταν πάνω από το κέντρο της. Πάνω στο ξίφος ήταν γραμμένη η λέξη ‘Κρίση’. Πίσω από την πλατεία βρισκόταν η Πύλη και αιώνιες φωτιές έκαιγαν στα δεξιά και στα αριστερά της και ανέβαιναν προς τα επάνω, σε διαζώματα που έφταναν μέχρι τις απόκρημνες πέτρινες κορυφές. Αυτές οι φωτιές είναι οι ψυχές των ανθρώπων που εξαγνίζονται και περιμένουν να αναληφθούν.

Μέσα στο Παλάτι βρισκόταν ένας θρόνος κατασκευασμένος από κόκκαλα χαραγμένα με διαμάντια και πάνω τους ήταν γραμμένες όλες οι προσευχές και τα ξόρκια που συνέδεαν τους κόσμους μεταξύ τους. Πάνω του καθόταν ένας θεός, πιο δυνατός ακόμη και από τους Κολοσσούς, καλυμμένος με μανδύα σκοτεινό και εκεί που θα έπρεπε να ήταν το κεφάλι του έβλεπε κανείς δύο λευκές φλόγες. Το όνομα του Άδης και δίπλα του ξάπλωνε ένα κτήνος με τρία κεφάλια.

«Εσύ θα κρίνεις τις ψυχές των ανθρώπων.» είπε ο Ουρανός «και μόνο όσοι περνούν από το καθαρτήριο σου θα επιστρέφουν σε Εμένα.» και έπειτα ο Ουρανός ξεκουράστηκε, γιατί είχε έρθει η ώρα να δημιουργήσει τον έκτο κόσμο, που θα ήταν το σπίτι Του.

Ο Ουρανός και η Ευάνθη έπλασαν την Γαία όταν Σύννεφα πυκνά αγκάλιασαν τον κορμό και τα κλαδιά της και χιλιάδες αστραπές φώτισαν τον κόσμο. Στην υψηλότερη κορυφή, ένα βήμα πριν από τον Ουρανό και μέσα από τα Σύννεφα φάνηκε η Γαία και ήταν τέτοια η ομορφιά της που ακόμη και η Άβυσσος εντυπωσιάστηκε. Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες ο Κοσμικός Πόλεμος των Κολοσσών και των Τεράτων σταμάτησε. Ο Ουρανός τότε απλώθηκε και τυλίχθηκε γύρω από την Γαία και ανάμεσα τους γεννήθηκε ο Ορίζοντας. Από τότε ο κόσμος μας στέκει πελώριος πάνω στα πιο ψηλά κλαδιά της Ευάνθης.

Την έκτη μέρα της Γαίας και όταν μέσα της γεννήθηκαν τέλεια αντίγραφα όλων των όντων της Πανίδας και την Χλωρίδας, ο Ουρανός έσπειρε τις Μούσες στα βουνά και στα ποτάμια. Την νύχτα που ακολούθησε, άστρο έπεσε στον ποταμό Πηνειό και ήταν αυτό το άστρο ο Έρως. Από το νερό και το χώμα, τον αέρα και την φωτιά, έγινε ο πρώτος άντρας, του οποίου τα πρώτα λόγια ήταν «Εγώ και ο Ουρανός είμαστε Ένα.», τις Μούσες συνάντησε και μαζί τους γέννησε το ανθρώπινο είδος.

Τα πρώτα παιδιά του Έρωτα ήταν με την Ερατώ και τα ονόματα τους ήταν Νάρκισσος και Ηχώ. Είχαν το σώμα και την ομορφιά θεού και τις φωνές της Μουσικής. Όταν ο Νάρκισσος είδε τον εαυτό του στα νερά του Πηνειού, μαρμάρωσε και παγιδεύτηκε στο είδωλο του και άρχισε να ονειρεύεται πως ζει. Από τότε γεννήθηκαν τα Όνειρα, και η πανέμορφη Ηχώ τον φωνάζει ακόμη να επιστρέψει στην Γαία και στην αληθινή ζωή.

Τα δεύτερα παιδιά του Έρωτα ήταν με την Μελπομένη και τα ονόματα τους ήταν Πόνος και Τραγωδία. Έπειτα ο Έρωτας κοιμήθηκε με την Κλειώ και τα παιδιά του ήταν ο Όμηρος και ο Λόγος. Με την Ευτέρπη έκανε την Ευτυχία και την Χαρά και με την Τερψιχόρη της Σειρήνες. Με την Θάλεια έκανε την Γεωμετρία και την Κωμωδία, ενώ με την Πολύμνια τον Στοχασμό και την Σιωπή. Με την Ουρανία γέννησε την Αστρονομία και την Αστρολογία και με την Καλλιόπη τον Ήρωα και τον Ρήτορα.

Από τα παιδιά του Έρωτα γεννήθηκαν και άλλα παιδιά και από τα παιδιά τους και άλλα και γέμισε η Γαία με τον άνθρωπο. Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά είναι και ο Πόλεμος, το Μίσος και η Μνησικακία. Ανήσυχος ο Έρως από την συμπεριφορά τους έβγαλε κομμάτι από το Σώμα Του και το χώρισε στη μέση. Το ένα το ονόμασε Θάνατο και το άλλο Συγχώρεση και είπε στον Θάνατο: «Εσύ θα παίρνεις τις ψυχές στον κάτω κόσμο και ο Άδης θα τους κρίνει.» και στην Συγχώρεση είπε: «Εσύ θα αφήνεις τις καθαρές ψυχές να επιστρέψουν στον Πατέρα μου.» και την έστειλε στον Ορίζοντα.

Τότε ο Έρως ανέβηκε στον Όλυμπο και έφτασε πιο ψηλά και από τα Σύννεφα. Τον ακολούθησαν μόνο δώδεκα από τα παιδιά Του που ήξεραν το όνομα Του. Κάθισαν στην κορυφή, τους έδωσε να φάνε τροφή από τα Σύννεφα και τον Ήλιο και τους είπε, «Φάτε και θα γνωρίσετε πως Εγώ Είμαι ο Ουρανός.»

Έφαγαν και τα μάτια τους έλαμψαν. Είδαν πως ζούσαν μέσα στο Σώμα Του και μεταμορφώθηκαν σε θεούς. Έπειτα τους είπε: «Κυβερνήστε τα αδέλφια σας και προετοιμάστε τους. Πείτε τους το Όνομα Μου και για το Σώμα Μου. Μάθετε τους πώς να τρέφονται με την τροφή των θεών.»

Τους κοίταξε με αγάπη και σε κάθε έναν έδωσε δώρο και μοίρασε τις εξουσίες. Στον έναν έδωσε την Τρίαινα, ενώ στον δεύτερο την Άρπα. Στον τρίτο έδωσε το Κηρύκειο, ενώ στην τέταρτη Δόρυ και Ασπίδα. Μέχρι που έφτασε στον δωδέκατο, του έδωσε την Αστραπή και του είπε: «Εσύ θα πάρεις την θέση Μου, μέχρι την επιστροφή Μου.» έστρεψε το βλέμμα Του προς τον Ουρανό, ύψωσε τα χέρια Του και μαρμάρωσε. Το σώμα Του έγινε θρόνος και πάνω του κάθισε ο Δίας.